αυθεντικότητα

αυθεντικότητα
[-ης (-ητος)] η
1) авторитет; 2) авторитетность; достоверность; 3) подлинность, истинность; аутентичность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αυθεντικότητα" в других словарях:

  • αυθεντικότητα — η η εγκυρότητα: Αμφισβητήθηκε από ορισμένους η αυθεντικότητα των «Απομνημονευμάτων» του Μακρυγιάννη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυθεντικότητα — η εγκυρότητα, γνησιότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυθεντικός. Η λ., στον λόγιο τύπο, αυθεντικότης, μαρτυρείται από το 1867 στον Δανιήλ Πετρούλια] …   Dictionary of Greek

  • γνησιότητα — η (AM γνησιότης) [γνήσιος] 1. (για παιδιά) το να προέρχονται από νόμιμο γάμο 2. η αυθεντικότητα 3. η ευθύτητα, η ειλικρίνεια …   Dictionary of Greek

  • διαμφισβητώ — (AM διαμφισβητῶ, έω) 1. θέτω υπό αμφισβήτηση 2. διατυπώνω διεκδικήσεις ή απαιτήσεις για την κυριότητα ενός αντικειμένου 3. διατυπώνω επιφυλάξεις ως προς τη γνησιότητα ή αυθεντικότητα ενός αντικειμένου 4. διαφιλονικώ …   Dictionary of Greek

  • επισημότητα — η (Α ἐπισημότης) [επίσημος] 1. η ιδιότητα τού επίσημου, κύρος, σοβαρότητα, εγκυρότητα, αυθεντικότητα 2. πανηγυρικότητα («η υποδοχή του έγινε με κάθε επισημότητα») νεοελ. στον πληθ. φρ. «οι επισημότητες τού τόπου» οι επίσημοι …   Dictionary of Greek

  • ιστορία — Επιστήμη που εποπτεύει την πορεία των γεγονότων που αναφέρονται σε ένα ανθρώπινο σύνολο, συλλέγοντας και εξετάζοντας με κριτικό πνεύμα το σύνολο των πηγών. Κατά την πρώτη εμφάνιση της ιστοριογραφίας, αφηγητές και χρονικογράφοι ανέφεραν όλα τα… …   Dictionary of Greek

  • κήπος — Η τροποποίηση των φυσικών χαρακτηριστικών του εδάφους, σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο σχέδιο και με τελικό σκοπό την επίτευξη ενός ευχάριστου στην όψη αισθητικού αποτελέσματος. Πραγματοποιείται με την εγκατάσταση χλοοταπήτων, καλλωπιστικών δέντρων …   Dictionary of Greek

  • τουρκιά — Χώρα της εγγύς Ανατολής. Το ευρωπαϊκό τμήμα της συνορεύει με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος, τον Εύξεινο Πόντο και την Προποντίδα. Το ασιατικό τμήμα της συνορεύει με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, το… …   Dictionary of Greek

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Αλκοφοράντο, Μαριάνα — (Mariana Alcoforado, 1640 – 1732). Πορτογαλίδα μοναχή. Είναι γνωστή από τις Πορτογαλικές επιστολές (1669), αριστουργήματα ερωτικού πάθους που σώζονται στα γαλλικά και απευθύνονταν στον Γάλλο ιππότη Νοέλ Μπουτόν, μαρκήσιο Σαμιγί. Η εξαιρετική τους …   Dictionary of Greek

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»